Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Απόσπασμα από τη συνέντευξη του προέδρου του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ) Γρηγόρη Αντωνιάδη

Απόσπασμα από τη συνέντευξη του προέδρου του Συνδέσμου  Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ) Γρηγόρη Αντωνιάδη


-Όταν μιλάμε για ελληνικό ελαιόλαδο πάντοτε υπάρχει ένα γιατί οι Ιταλοί τα κατάφεραν κι εμείς όχι;
«Υπάρχουν πολλοί λόγοι γιατί οι Ιταλοί κατάφεραν να είναι μαζί με τους Ισπανούς οι σημαντικότεροι παίκτες της αγοράς. Οι λόγοι είναι καταρχήν ιστορικοί αλλά και οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας και κοινωνικοί. Οι Ιταλοί μετανάστευσαν πολύ νωρίτερα από εμάς στις ΗΠΑ, έφτιαξαν τις δικές τους κοινότητες, έχουν μεγαλύτερη παραγωγή ελαιολάδου, μεγαλύτερη κατανάλωση .
Το πρώτο τυποποιημένο ιταλικό ελαιόλαδο έφτασε στις ΗΠΑ το 1860. Αυτό έδωσε στους Ιταλούς ένα ιστορικό πλεονέκτημα, ενώ εμείς ασχοληθήκαμε με την τυποποίηση και την όλη διαδικασία μετά το 1960. Υπήρξε εξάλλου στις ΗΠΑ, λόγω των ομογενειακών τους κοινοτήτων, μια γενιά καταναλωτών, η οποία επεκτάθηκε. Παρ΄ ότι εμείς έχουμε μεγαλύτερη κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου, δεν μπορούμε να συγκριθούμε σ΄ επίπεδο μεγέθους με την Ιταλία, που είναι μια μεγάλη χώρα, με μεγάλη παραγωγή και σημαντικό πληθυσμό, που φτάνει τα 60 εκατομμύρια. Μιλάμε για τριπλάσια και τετραπλάσια μεγέθη.
Μια μεγάλη επιχείρηση για τα ελληνικά δεδομένα είναι μικρομεσαία για εκείνους, που λογά μεγεθών επωφελούνται σημαντικών οικονομιών κλίμακας. Την ίδια στιγμή με την ανάμιξη ελαιόλαδων από διαφορετικές προελεύσεις το κόστος παραγωγής μειώνεται.  Εγγενή προβλήματα υπάρχουν και σ αυτούς, όμως κατόρθωσαν να ταυτίσουν στα μάτια των Αμερικανών την ιταλική διατροφή, με τη μεσογειακή διατροφή. Οι Ιταλοί είναι πολύ καλοί στο μάρκετινγκ, εμείς εδώ τα τελευταία χρόνια αρχίσαμε να αξιοποιούμε τα προγράμματα και τις δυνατότητες που δίνει η Ε.Ε. για να διαφημίζουμε το ελαιόλαδο. Κι έτσι οι Αμερικανοί μπορεί να χαίρονται που έφαγαν ιταλικό ελαιόλαδο κι αυτό κατά 70% να είναι ελληνικό. Όμως όλα αυτά έχουν να κάνουν και με αδυναμίες της Ελλάδας…».
-Όπως;
«Ουδέποτε υπήρξε ένα εθνικό σχέδιο, μια στρατηγική για το εθνικό προϊόν κι όποιοι άνθρωποι ασχολήθηκαν σ΄ επίπεδο πολιτικής ηγεσίας, και προσπάθησαν να κάνουν κάποια πράγματα αυτό δεν είχε συνέχεια. Συνήθως η ελληνική πολιτική σκηνή εξαντλούνταν στο πως θα μοιραστούν οι επιδοτήσεις κι όχι πως θα εξελιχθεί αυτό το προϊόν, πως θα δώσουμε βάση σε ξένες αγορές , αφού είμαστε πλεονασματικοί. Σε ό, τι αφορά στις  δικές μας ευθύνες είναι πως για χρόνια υπήρξε μια μεγάλη αντιπαλότητα  μεταξύ ιδιωτικών επιχειρήσεων και συνεταιριστικών και  δεν υπήρξε μια κοινή πορεία. Αυτό σήμερα ευτυχώς δεν υπάρχει. Όλοι έχουμε καταλάβει ότι το μέλλον είναι η εξωστρέφεια ότι πρέπει να ρίξουμε εκεί το βάρος. Κι αυτό στη Διεπαγγελματική Ελαιολάδου πια είναι ορατό. Υπάρχει συνεννόηση, το κλίμα έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Και το καλό είναι πως έχει αλλάξει λογική κι ο παραγωγός. Ξέρει ότι πλέον το μέλλον του ελαιολάδου σχετίζεται με την εξωστρέφεια. Ωστόσο , πρέπει να πω ότι η ελληνική ποιότητα ελαιολάδου είναι εξαιρετική, έχουμε από τα καλύτερα ελαιόλαδα στον κόσμο».
-Μιλάμε για εξωστρέφεια, όμως την ίδια στιγμή τόσοι επενδυτές έχουν έρθει αλλά δεν βρίσκουν επαρκείς ποσότητες. Βρίσκουν μόνο πολλές και διαφορετικές ετικέτες.
«Κοιτάξτε, το 2005-6 οι ποσότητες τυποποιημένου προϊόντος που οδηγούντο στην  εξαγωγή ήταν 14.000 -15.000 τόνοι, στο τυποποιημένο ελαιόλαδο. Σήμερα αυτές οι ποσότητες ανέρχονται σε 25.000-26.000 τόνους. Μπορεί η διαφορά να μη θεωρείται μεγάλη, όμως υπάρχει μια δυναμική. Στόχος μας είναι τα επόμενα 5 χρόνια να φεύγουν 50.000 τόνοι τυποποιημένου ελαιολάδου για το εξωτερικό».
-Ναι, αλλά ξανασυζητάμε τα ίδια πράγματα , υπάρχει θέμα μέχρι σήμερα με την τυποποίηση…
«Το θέμα με τους 17κιλους τενεκέδες ελαιολάδου διαχρονικά ουδείς απ’ την πολιτική ηγεσία το έλυσε. Έλεγχοι δεν υπήρξαν. Πέρα από το ποιοτικό πρόβλημα του χύμα ανεξέλεγκτου προϊόντος στους 17 κιλους τενεκέδες, υπάρχει και το θέμα της φοροδιαφυγής , αφού στην διακίνηση του χύμα δεν υπάρχουν παραστατικά. Έτσι ούτε ΦΠΑ αποδίδεται ούτε φόρος επί των κερδών. Προς την κατεύθυνση του περιορισμού της μαύρης αγοράς λειτουργούν όχι παραδόξως  τα capital controls, αφού οι πληρωμές μέσω τραπέζης που επιβάλουν λειτουργούν υπέρ του περιορισμού της παραοικονομίας και του ανορθολογισμού της αγοράς.
Το θέμα της τυποποίησης του Ελληνικού ελαιολάδου είναι καθοριστικής σημασίας. Εκείνο που δεν κατάλαβε διαχρονικά ο παραγωγός ήταν πως δεν έπαιρνε τιμή για το προϊόν του,  διότι συνήθως τη διαφορά την καρπωνόταν ο διαμεσολαβητής του τύπου «έχω έναν γνωστό, που έχει καλό ελαιόλαδο». Δεν πας να παραγάγεις λάδι χωρίς να ξέρεις εκ των προτέρων που θα το διαθέσεις. Γι΄ αυτό θεωρώ ότι  είναι καλό που τρέχει το πρόγραμμα συμβολαιακής γεωργίας. Υπολογίζεται πως το 50% της παραγωγής ελαιολάδου μέχρι σήμερα …χάνεται στη διαδρομή. Με τα φορολογικά βιβλία παρά τις επιβαρύνσεις, το πρόβλημα θα διορθωθεί και θα υπάρξει εξορθολογισμός κι ο καλός παραγωγός θα μείνει στην αγορά. Οι εκτιμήσεις είναι πως ο παραγωγός θα έπαιρνε τουλάχιστον 20% παραπάνω της τιμής, αν όλο το προϊόν πήγαινε στην τυποποίηση και κρατούσε κι εκείνος αυτό που του αναλογούσε για την οικογένειά του. Και το ποσό αυτό δεν θα του το έδινε η εσωτερική αγορά που μετρά τις δικές της πληγές αλλά η εξωστρέφεια, αφού πια έχει γίνει συνείδηση ότι στο λάδι έχουμε υπερπαραγωγή και πρέπει να το πουλήσουμε στο εξωτερικό. Όμως, αλλιώς οργανώνεται μια εταιρία και διαπραγματεύεται, όταν ξέρει πως έχει μεγάλο όγκο παραγωγής , στην αγορά. Ο παραγωγός είναι αυτός που χάνει εξαιτίας αυτής της στρέβλωσης».
-Την ίδια στιγμή όμως καθώς η νέα ΚΑΠ  μειώνει τις επιδοτήσεις  εκτιμάται πως θα έχουμε και μειωμένη παραγωγή ενώ και τα κόστη θεωρούνται απαγορευτικά…
«Όλα τα προηγούμενα χρόνια η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από την επιδότηση, αντί να βλέπουμε την αγορά και την εξωστρέφεια του προϊόντος. Όμως πλέον  υπάρχει συνειδητοποίηση, συζήτηση προς την εξωστρέφεια και την ποιότητα και ταυτόχρονα εξορθολογισμός, ώστε να μείνουν όσοι πραγματικά ασχολούνται κι ενδιαφέρονται για το προϊόν. Μπορεί κάποιοι ετεροκαλλιεργητές να φύγουν, όμως θα μείνουν επαγγελματίες κι όσοι  λόγω της κρίσης επανέρχονται στο χωράφι για να πάρουν έστω το λάδι της χρονιάς. Η κρίση δημιουργεί άλλα δεδομένα και πλέον αυτοί που μπαίνουν στην αγορά θα είναι πιο συνειδητοποιημένοι.   Το ελληνικό ελαιόλαδο είναι ακριβό, λόγω κόστους  παραγωγής. Από την άλλη πλευρά σε ορισμένες ελαιοκομικές περιοχές  ο μικρός κλήρος  ωφελεί , γιατί έχουμε καλύτερη ποιότητα ελαιολάδου. Ο παραγωγός προσέχει την ελιά του, είναι καλό το χώμα μας. Φύτεψαν ίδιες ποικιλίες με τις δικές μας στην Ισπανία αλλά καλό ελαιόλαδο δεν έβγαλαν. Από την άλλη πλευρά οι Ισπανοί , όταν παίρνουν μια απόφαση, συντάσσονται όλοι για τον ίδιο σκοπό. Εμείς πάλι φοβόμαστε τη συνεννόηση, φοβόμαστε τις συνεργασίες, φοβόμαστε τις συγχωνεύσεις, οι οποίες όμως είναι μια πραγματικότητα. Όμως, θα ήταν άδικο να μην πω ότι το λάδι είναι σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με άλλα προϊόντα. Υπάρχει και δίκαια κριτική, όμως, έχουμε κάνει προόδους» .
Πως βλέπετε ωστόσο τα πράγματα στην αγορά τα επόμενα χρόνια;
«Είμαι αισιόδοξος τουλάχιστον για το ελαιόλαδο, παρ΄ όλο που θα ήθελα να υπάρχει ένας φορέας που να συντονίζει την προσπάθεια από πλευράς Υπουργείου. Με τον ΟΠΕ είχαμε μια καλή συνεργασία, όμως σταμάτησε να υπάρχει. Θεωρώ ότι από το 2016 θ΄ αρχίσουμε να βελτιωνόμαστε στο ρυθμό ανάπτυξης.  Από κει και πέρα τα πράγματα δεν χτίζονται στην τύχη. Οι Ισπανοί  έχουν καθιερώσει ένα λογότυπο και 30 χρόνια στοιχίζονται πίσω απ΄αυτό. Εμείς κάθε 4 χρόνια αλλάζουμε σήματα. Τα προηγούμενα χρόνια δόθηκε το βάρος στην παραγωγή, το ελληνικό ελαιόλαδο είναι πολύ καλό αλλά πρέπει να ρίξουμε το βάρος στο μάρκετινγκ. Οι μικρές εταιρίες δυστυχώς δεν το βλέπουν αυτό και το μάρκετινγκ θέλει χρήματα, αλλά μόνο έτσι μπορείς να μπεις σε μια αγορά».
–Ποιες νέες αγορές βλέπετε;
«Οι βορειοευρωπαϊκές χώρες όπως οι Σκανδιναβικές χώρες, η Γερμανία , το Βέλγιο, η Αγγλία είναι καλές αγορές για το ελληνικό λαδί. Υπήρξε μια στροφή προς τις ασιατικές χώρες τα τελευταία 10 χρόνια, η οποία όμως δεν επιβεβαίωσε τις προσδοκίες.  Η Αμερική, ο Καναδάς, η Αυστραλία είναι παραδοσιακά σημαντικές  αγορές για το ελληνικό τυποποιημένο προϊόν. Εκκολαπτόμενες αγορές είναι η Ινδία και η Βραζιλία».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου